el ganado
ga
ga
ga
na
ˈna
na
do
ðo
dho
granado

Ορισμός και σημασία του "ganado"στα ισπανικά

01

κτηνοτροφία

conjunto de animales domesticados que se crían en granjas, como vacas, cabras u ovejas 
el ganado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El granjero cuida su ganado todos los días. 

Ο αγρότης φροντίζει το κτηνοτροφικό του κάθε μέρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store