Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El gabinete
01
γραφείο, γραφείο εργασίας
lugar donde se realizan trabajos administrativos o de oficina
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
gabinetes
Παραδείγματα
El secretario trabaja en el gabinete.
Ο γραμματέας εργάζεται στο γραφείο.
02
υπουργικό συμβούλιο, καμπινέ
grupo de ministros que asesoran y dirigen el gobierno
Παραδείγματα
El gabinete aprobó nuevas políticas.
Το υπουργικό συμβούλιο ενέκρινε νέες πολιτικές.



























