el gabinete

Ορισμός και σημασία του "gabinete"στα ισπανικά

El gabinete
[gender: masculine]
01

γραφείο, γραφείο εργασίας

lugar donde se realizan trabajos administrativos o de oficina
el gabinete definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
gabinetes
Παραδείγματα
El gabinete abre a las nueve.
Το γραφείο ανοίγει στις εννέα.
02

υπουργικό συμβούλιο, καμπινέ

grupo de ministros que asesoran y dirigen el gobierno
Παραδείγματα
El gabinete trabaja en coordinación con el parlamento.
Το υπουργικό συμβούλιο εργάζεται σε συντονισμό με το κοινοβούλιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store