fundamental
fun
fun
foon
da
da
da
men
men
men
tal
tal
tal

Ορισμός και σημασία του "fundamental"στα ισπανικά

fundamental
01

θεμελιώδης

que sirve de base o es esencial para algo 
fundamental definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más fundamental
συγκριτικός βαθμός
más fundamental
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
fundamental
αρσενικό πληθυντικό
fundamentales
θηλυκό ενικό
fundamental
θηλυκό πληθυντικό
fundamentales
Παραδείγματα
La educación es un derecho fundamental. 

Η εκπαίδευση είναι ένα θεμελιώδες δικαίωμα.

Λεξικό Δέντρο

fundamental
fundament
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store