Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fundamental
01
θεμελιώδης
que sirve de base o es esencial para algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más fundamental
συγκριτικός βαθμός
más fundamental
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
fundamental
αρσενικό πληθυντικό
fundamentales
θηλυκό ενικό
fundamental
θηλυκό πληθυντικό
fundamentales
Παραδείγματα
El respeto mutuo es fundamental en el trabajo.
Ο αμοιβαίος σεβασμός είναι θεμελιώδης στην εργασία.
Λεξικό Δέντρο
fundamental
fundament



























