Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fructífero
01
καρποφόρος, αποδοτικός
que produce fruto o resultados en cantidad o calidad
Παραδείγματα
La investigación dio resultados fructíferos.
Η έρευνα έδωσε καρποφόρα αποτελέσματα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
καρποφόρος, αποδοτικός