Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
frenético
01
φρενήρης
muy agitado o nervioso, mostrando gran prisa o ansiedad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más frenético
συγκριτικός βαθμός
más frenético
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
frenético
αρσενικό πληθυντικό
frenéticos
θηλυκό ενικό
frenética
θηλυκό πληθυντικό
frenéticas
Παραδείγματα
Estaba frenético buscando sus llaves perdidas.
Ήταν φρενίτιδα ψάχνοντας τα χαμένα του κλειδιά.
02
φρενήρης, οργισμένος
lleno de ira o enojo intenso
Παραδείγματα
Estaba frenético después de escuchar la mentira.
Ήταν φρενητικός αφού άκουσε το ψέμα.



























