Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
frenético
01
φρενήρης
muy agitado o nervioso, mostrando gran prisa o ansiedad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más frenético
συγκριτικός βαθμός
más frenético
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
frenético
αρσενικό πληθυντικό
frenéticos
θηλυκό ενικό
frenética
θηλυκό πληθυντικό
frenéticas
Παραδείγματα
El mercado estaba frenético durante las rebajas.
Η αγορά ήταν φρενητική κατά τις εκπτώσεις.
02
φρενήρης, οργισμένος
lleno de ira o enojo intenso
Παραδείγματα
El jefe estaba frenético con los errores del equipo.
Ο αφεντικός ήταν frenético με τα λάθη της ομάδας.



























