el frasco
frasco
frescofiascofranco

Ορισμός και σημασία του "frasco"στα ισπανικά

01

βάζο, δοχείο

un recipiente de vidrio, plástico o cerámica, con una boca ancha o estrecha 
el frasco definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
frascos
Παραδείγματα
El frasco de mermelada está casi vacío. 

Το βάζο είναι σχεδόν άδειο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store