Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El fortalecimiento
01
acción o proceso de hacer algo más fuerte, sólido o eficaz
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El programa apoya el fortalecimiento de pequeñas empresas.



























