Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El feudalismo
01
φεουδαρχία
el sistema social, económico y político dominante en la Edad Media, basado en la relación entre señores y vasallos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
La guerra era común en el sistema del feudalismo.
Ο πόλεμος ήταν κοινός στο σύστημα του φεουδαλισμού.



























