Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
feudal
01
φεουδαλικός, φεουδαρχικός
relativo al sistema social y económico de la Edad Media basado en señores, vasallos y tierras
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
feudal
αρσενικό πληθυντικό
feudales
θηλυκό ενικό
feudal
θηλυκό πληθυντικό
feudales
Παραδείγματα
Europa tenía una estructura feudal en la Edad Media.
Η Ευρώπη είχε φεουδαρχική δομή στον Μεσαίωνα.
Λεξικό Δέντρο
feudal
feud



























