festejar

Ορισμός και σημασία του "festejar"στα ισπανικά

festejar
01

γιορτάζω

celebrar un evento, acontecimiento o logro con alegría y actividades especiales
festejar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
festejo
γ΄ ενικό πρόσωπο
festeja
ενεστώτα μετοχή
festejando
απλός αόριστος
festejó
παθητική μετοχή
festejado
Παραδείγματα
Todos festejaron con música y baile.
Όλοι γιόρτασαν με μουσική και χορό.
02

γιορτάζω, χαίρομαι

mostrar alegría, diversión o satisfacción, especialmente riendo o disfrutando de un momento
festejar definition and meaning
Παραδείγματα
Festejaron el fin del examen con una salida al cine.
Γιόρτασαν το τέλος της εξέτασης με μια έξοδο στον κινηματογράφο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store