Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
feroz
01
άγριος, θηριώδης
que es salvaje o tiene instintos depredadores
Παραδείγματα
Los depredadores feroces acechan a sus presas.
Οι άγριοι θηρευτές παραμονεύουν τα θήραμά τους.
02
άγριος, βίαιος
que actúa con violencia o intensidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más feroz
συγκριτικός βαθμός
más feroz
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
feroz
αρσενικό πληθυντικό
feroces
θηλυκό ενικό
feroz
θηλυκό πληθυντικό
feroces
Παραδείγματα
Su temperamento feroz hacía que nadie discutiera con él.
Ο άγριος χαρακτήρας του έκανε κανέναν να μην διαφωνεί μαζί του.



























