Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fecundo
01
εύφορος, γόνιμος
que produce abundancia o es muy productivo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más fecundo
συγκριτικός βαθμός
más fecundo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
fecundo
αρσενικό πληθυντικό
fecundos
θηλυκό ενικό
fecunda
θηλυκό πληθυντικό
fecundas
Παραδείγματα
La tierra es muy fecunda.
Η γη είναι πολύ εύφορη.
02
γόνιμος
que tiene capacidad de reproducirse o producir descendencia
Παραδείγματα
El organismo es fecundo en condiciones adecuadas.
Ο οργανισμός είναι γόνιμος υπό κατάλληλες συνθήκες.



























