Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La fechada
01
χρονολόγηση, ημερομηνία
indicación de la fecha en la que se redacta o emite un documento
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
fechadas
Παραδείγματα
La carta lleva la fechada del 12 de mayo.
Το γράμμα φέρει την ημερομηνία της 12ης Μαΐου.



























