la fechada
Pronunciation
/fetʃˈaða/

Ορισμός και σημασία του "fechada"στα ισπανικά

01

χρονολόγηση, ημερομηνία

indicación de la fecha en la que se redacta o emite un documento 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
fechadas
Παραδείγματα
La carta lleva la fechada del 12 de mayo. 

Το γράμμα φέρει την ημερομηνία της 12ης Μαΐου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store