fatigado
fatigado

Ορισμός και σημασία του "fatigado"στα ισπανικά

01

κουρασμένος, εξαντλημένος

cansado o agotado física o mentalmente 
fatigado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más fatigado
συγκριτικός βαθμός
más fatigado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
fatigado
αρσενικό πληθυντικό
fatigados
θηλυκό ενικό
fatigada
θηλυκό πληθυντικό
fatigadas
θεματικό πεδίο
salud, estado, actividad
Παραδείγματα
Después de la larga caminata, estaba completamente fatigado. 

Μετά το μακρύ περίπατο, ήταν εντελώς κουρασμένος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store