la fatalidad
fa
fa
fa
ta
ta
ta
li
li
li
dad
ˈðað
dhadh
fatuidadfacilidad

Ορισμός και σημασία του "fatalidad"στα ισπανικά

01

μοίρα, καταστροφή

evento desgraciado o destino inevitable que causa daño o sufrimiento 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La guerra trajo fatalidad a muchas familias. 

Ο πόλεμος έφερε τη μοίρα σε πολλές οικογένειες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store