Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El fanático
01
φανατικός, εξτρεμιστής
una persona con un entusiasmo o adhesión excesiva e irracional a una causa, ideología o persona
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fanáticos
Παραδείγματα
El fanático religioso predicaba en la plaza.
Ο θρησκευτικός φανατικός κήρυττε στην πλατεία.



























