Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El fanático
[gender: masculine]
01
φανατικός, εξτρεμιστής
una persona con un entusiasmo o adhesión excesiva e irracional a una causa, ideología o persona
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
φανατικός, εξτρεμιστής