el fanatismo
fa
fa
φα
na
na
να
tis
tis
τισ
mo
mo
μο

Ορισμός και σημασία του "fanatismo"στα ισπανικά

01

φανατισμός

el comportamiento o la creencia de un fanático; adhesión extrema e irracional 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Su fanatismo político no le permite ver la realidad. 

Ο πολιτικός φανατισμός του δεν του επιτρέπει να δει την πραγματικότητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store