falso
falso
fallo

Ορισμός και σημασία του "falso"στα ισπανικά

01

ψεύτικος, πλαστός

que no es auténtico o verdadero, hecho para engañar 
falso definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más falso
συγκριτικός βαθμός
más falso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
falso
αρσενικό πληθυντικό
falsos
θηλυκό ενικό
falsa
θηλυκό πληθυντικό
falsas
Παραδείγματα
La policía encontró billetes falsos en su maleta. 

Η αστυνομία βρήκε ψεύτικα χαρτονομίσματα στην βαλίτσα του.

02

τεχνητός, ψεύτικος

que no es natural, sino creado por el ser humano 
falso definition and meaning
Παραδείγματα
La luz falsa de la lámpara imita la luz del día. 

Το τεχνητό φως της λάμπας μιμείται το φως της ημέρας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store