falsificar
fal
fal
fal
si
si
si
fi
fi
fi
car
ˈkaɾ
kar
extraditarreutilizarsentenciarsolucionar

Ορισμός και σημασία του "falsificar"στα ισπανικά

falsificar
01

πλαστογραφώ, παραποιώ

hacer una copia o documento falso para engañar o cometer un fraude 
falsificar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
falsifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
falsifica
ενεστώτα μετοχή
falsificando
απλός αόριστος
falsificó
παθητική μετοχή
falsificado
Παραδείγματα
Falsificaron su firma en el contrato. 

Πλαστογράφησαν την υπογραφή του στη σύμβαση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store