Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
falsificar
01
πλαστογραφώ, παραποιώ
hacer una copia o documento falso para engañar o cometer un fraude
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
falsifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
falsifica
ενεστώτα μετοχή
falsificando
απλός αόριστος
falsificó
παθητική μετοχή
falsificado
Παραδείγματα
Falsificar firmas puede tener consecuencias legales.
Η πλαστογράφηση υπογραφών μπορεί να έχει νομικές συνέπειες.



























