el fallecido
fa
fa
fa
lle
ʎe
lie
ci
ˈθi
thi
do
ðo
dho
resentidodifundidoexprimidoprotegido

Ορισμός και σημασία του "fallecido"στα ισπανικά

01

νεκρός, αποθανών

persona que ha dejado de vivir 
el fallecido definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fallecidos
αρσενικό ενικό
fallecido
θηλυκό ενικό
fallecida
neutral form
difunto
Παραδείγματα
El fallecido será recordado por su generosidad. 

Ο αποθανών θα θυμάται για την γενναιοδωρία του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store