Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fallecer
01
αποβιώνω, πεθαίνω
dejar de vivir; morir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
fallezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
fallece
ενεστώτα μετοχή
falleciendo
απλός αόριστος
falleció
παθητική μετοχή
fallecido
Παραδείγματα
El político falleció dejando un gran legado.
Ο πολιτικός απεβίωσε αφήνοντας μια μεγάλη κληρονομιά.



























