fallecer
fallecer

Ορισμός και σημασία του "fallecer"στα ισπανικά

fallecer
01

αποβιώνω, πεθαίνω

dejar de vivir; morir 
fallecer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
fallezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
fallece
ενεστώτα μετοχή
falleciendo
απλός αόριστος
falleció
παθητική μετοχή
fallecido
Παραδείγματα
Lamentablemente, su abuelo falleció anoche. 

Δυστυχώς, ο παππούς του πέθανε χθες το βράδυ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store