fallar
fallar
faltar

Ορισμός και σημασία του "fallar"στα ισπανικά

fallar
01

αποτυγχάνω, δεν λειτουργεί σωστά

no tener éxito en algo que se intenta o no funcionar correctamente 
fallar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
fallo
γ΄ ενικό πρόσωπο
falla
ενεστώτα μετοχή
fallando
απλός αόριστος
falló
παθητική μετοχή
fallado
Παραδείγματα
El equipo falló en el último minuto del partido. 

Η ομάδα απέτυχε στο τελευταίο λεπτό του αγώνα.

02

απογοητεύω

no estar a la altura de las expectativas o la confianza de alguien 
Παραδείγματα
Le prometí mi ayuda y no puedo fallarle. 

Του υποσχέθηκα τη βοήθειά μου και δεν μπορώ να τον απογοητεύσω.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store