Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
extático
01
εκστατικός, σε έκσταση
que siente una alegría o placer intenso que lo hace perder la calma habitual
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más extático
συγκριτικός βαθμός
más extático
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
extático
αρσενικό πληθυντικό
extáticos
θηλυκό ενικό
extática
θηλυκό πληθυντικό
extáticas
Παραδείγματα
La niña estaba extática al recibir su regalo de cumpleaños.
Το κορίτσι ήταν σε έκσταση όταν έλαβε το δώρο γενεθλίων της.



























