extático
extático

Ορισμός και σημασία του "extático"στα ισπανικά

01

εκστατικός, σε έκσταση

que siente una alegría o placer intenso que lo hace perder la calma habitual 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más extático
συγκριτικός βαθμός
más extático
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
extático
αρσενικό πληθυντικό
extáticos
θηλυκό ενικό
extática
θηλυκό πληθυντικό
extáticas
Παραδείγματα
Estaba extático al recibir la noticia de su ascenso. 

Ήταν σε έκσταση όταν έλαβε την είδηση της προαγωγής του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store