Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exportar
01
εξάγω
enviar productos, bienes o mercancías a otro país para venderlos o intercambiarlos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
exporto
γ΄ ενικό πρόσωπο
exporta
ενεστώτα μετοχή
exportando
απλός αόριστος
exportó
παθητική μετοχή
exportado
Παραδείγματα
Exportar materias primas es clave para la economía del país.
Εξαγωγή πρώτων υλών είναι κρίσιμη για την οικονομία της χώρας.



























