Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El expatriado
01
εξωτερικός
persona que vive en un país distinto al de su origen, generalmente por trabajo, estudios o razones personales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
expatriados
Παραδείγματα
El expatriado se trasladó a Alemania por motivos laborales.
Ο αποστασιοποιημένος μετακόμισε στη Γερμανία για επαγγελματικούς λόγους.



























