exhausto

Ορισμός και σημασία του "exhausto"στα ισπανικά

01

εξαντλημένος, κουρασμένος

muy cansado o sin energía
exhausto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más exhausto
συγκριτικός βαθμός
más exhausto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
exhausto
αρσενικό πληθυντικό
exhaustos
θηλυκό ενικό
exhausta
θηλυκό πληθυντικό
exhaustas
Παραδείγματα
Tras la cirugía, la paciente se sentía exhausta.
Μετά την εγχείρηση, η ασθενής αισθανόταν εξαντλημένη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store