la exfoliación
ex
eks
εκσ
fol
fol
φολ
iac
ˈjaθ
γαθ
ión
jon
γον
congelacióncomputacióniluminaciónconnotación

Ορισμός και σημασία του "exfoliación"στα ισπανικά

La exfoliación
01

απολέπιση

proceso de eliminar las células muertas de la piel para que se vea más limpia y suave 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
exfoliaciones
Παραδείγματα
Hice una exfoliación facial en el spa. 

Έκανα απολέπισμα προσώπου στο σπα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store