Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El excremento
01
περιττώματα, κόπρανα
residuo sólido expulsado por el cuerpo tras la digestión
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
excrementos
Παραδείγματα
El análisis del excremento confirmó la infección.
Η ανάλυση των κοπράνων επιβεβαίωσε τη μόλυνση.



























