Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exclamativo
01
επιφωνηματικός
que expresa sorpresa, emoción o enfatiza mediante un grito o exclamación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
exclamativo
αρσενικό πληθυντικό
exclamativos
θηλυκό ενικό
exclamativa
θηλυκό πληθυντικό
exclamativas
Παραδείγματα
El título exclamativo del artículo resaltaba la noticia.
Ο επιφωνηματικός τίτλος του άρθρου τονίζει την είδηση.



























