excitar
ex
eks
eks
ci
θi
thi
tar
ˈtaɾ
tar
emigrarcalamaracertarenfocar

Ορισμός και σημασία του "excitar"στα ισπανικά

excitar
01

εξάπτω, διεγείρω

provocar emoción, entusiasmo o agitación en alguien 
excitar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
excito
γ΄ ενικό πρόσωπο
excita
ενεστώτα μετοχή
excitando
απλός αόριστος
excitó
παθητική μετοχή
excitado
Παραδείγματα
La noticia del viaje excitó a todos los estudiantes. 

Η είδηση του ταξιδιού συναρπάστηκε όλους τους μαθητές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store