Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
excitar
01
εξάπτω, διεγείρω
provocar emoción, entusiasmo o agitación en alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
excito
γ΄ ενικό πρόσωπο
excita
ενεστώτα μετοχή
excitando
απλός αόριστος
excitó
παθητική μετοχή
excitado
Παραδείγματα
La historia del héroe excitó la imaginación de los lectores.
Η ιστορία του ήρωα διέγειρε τη φαντασία των αναγνωστών.



























