la excitación
excitación
exaltaciónexcavaciónexultación

Ορισμός και σημασία του "excitación"στα ισπανικά

La excitación
01

διέγερση, ενθουσιασμός

estado de intensa emoción o entusiasmo 
la excitación definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La excitación por el concierto era evidente en los fans. 

Ο ενθουσιασμός για τη συναυλία ήταν εμφανής στους θαυμαστές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store