Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La exactitud
01
ακρίβεια, ακριβολογία
cualidad de ser correcto o preciso
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
El instrumento garantiza gran exactitud.
Το όργανο εγγυάται μεγάλη ακρίβεια.



























