Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estremecer
01
κλονίζω, κάνω να τρέμει
hacer temblar algo o a alguien por frío, miedo, emoción o fuerza
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
estremezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
estremece
ενεστώτα μετοχή
estremeciendo
απλός αόριστος
estremeció
παθητική μετοχή
estremecido
Παραδείγματα
El rugido del león estremeció la selva.
Ο βρυχηθμός του λιονταριού σάλευσε τη ζούγκλα.
02
ταρακουνιέμαι, τρέμω
hacer un movimiento involuntario por miedo sorpresa dolor o disgusto
Παραδείγματα
Me estremecí al ver la película de terror.
Σάλευσα βλέποντας την ταινία τρόμου.



























