Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estereotipado
01
στερεότυπος
que sigue un estereotipo o es poco original
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más estereotipado
συγκριτικός βαθμός
más estereotipado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
estereotipado
αρσενικό πληθυντικό
estereotipados
θηλυκό ενικό
estereotipada
θηλυκό πληθυντικό
estereotipadas
Παραδείγματα
La historia resulta estereotipada y predecible.
Η ιστορία φαίνεται στερεότυπη και προβλέψιμη.



























