estereotipado

Ορισμός και σημασία του "estereotipado"στα ισπανικά

estereotipado
01

στερεότυπος

que sigue un estereotipo o es poco original
estereotipado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más estereotipado
συγκριτικός βαθμός
más estereotipado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
estereotipado
αρσενικό πληθυντικό
estereotipados
θηλυκό ενικό
estereotipada
θηλυκό πληθυντικό
estereotipadas
Παραδείγματα
La historia resulta estereotipada y predecible.
Η ιστορία φαίνεται στερεότυπη και προβλέψιμη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store