Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estatal
01
κρατικός, εθνικός
relativo al estado o gobierno nacional
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
estatal
αρσενικό πληθυντικό
estatales
θηλυκό ενικό
estatal
θηλυκό πληθυντικό
estatales
Παραδείγματα
Es una empresa estatal de energía.
Είναι μια κρατική εταιρεία ενέργειας.
Λεξικό Δέντρο
estatal
esta
tal



























