estafar
estafar
estarestofar

Ορισμός και σημασία του "estafar"στα ισπανικά

estafar
01

απατώ

obtener dinero o bienes de alguien mediante mentiras o engaños 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
estafo
γ΄ ενικό πρόσωπο
estafa
ενεστώτα μετοχή
estafando
απλός αόριστος
estafó
παθητική μετοχή
estafado
Παραδείγματα
Un hombre desconocido intentó estafar a mi abuela por teléfono. 

Ένας άγνωστος άνδρας προσπάθησε να απατήσει τη γιαγιά μου στο τηλέφωνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store