el estafador
es
es
εσ
ta
ta
τα
fa
ˈfa
φα
dor
ðoɾ
δορ
estibador

Ορισμός και σημασία του "estafador"στα ισπανικά

01

απατεώνας, αλάνης

una persona que engaña a otros para obtener dinero o bienes de forma ilegal 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
estafadores
αρσενικό ενικό
estafador
θηλυκό ενικό
estafadora
neutral form
estafador/a
Παραδείγματα
El estafador convenció a personas mayores para que le dieran sus ahorros. 

Ο απατεώνας έπεισε ηλικιωμένους να του δώσουν τις οικονομίες τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store