Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estacionar
01
παρκάρω, σταθμεύω
colocar un vehículo en un lugar para dejarlo temporalmente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
estaciono
γ΄ ενικό πρόσωπο
estaciona
ενεστώτα μετοχή
estacionando
απλός αόριστος
estacionó
παθητική μετοχή
estacionado
Παραδείγματα
Encontramos un lugar para estacionar rápidamente.
Βρήκαμε γρήγορα ένα μέρος για παρκάρισμα.



























