Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
espumar
01
αφαιρώ τον αφρό, αφαιρώ το λίπος
quitar la espuma, la grasa o las impurezas que flotan en la superficie de un líquido durante la cocción
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
espumo
γ΄ ενικό πρόσωπο
espuma
ενεστώτα μετοχή
espumando
απλός αόριστος
espumó
παθητική μετοχή
espumado
Παραδείγματα
Siempre espumo la leche cuando hago dulce de leche.
Αφαιρώ πάντα τον αφρό από το γάλα όταν φτιάχνω dulce de leche.



























