espiral

Ορισμός και σημασία του "espiral"στα ισπανικά

01

σπειροειδής, ελισσόμενος

que tiene la forma de una curva que se aleja continuamente de un punto central
espiral definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
espiral
αρσενικό πληθυντικό
espirales
θηλυκό ενικό
espiral
θηλυκό πληθυντικό
espirales
Παραδείγματα
El caracol deja un rastro espiral en el suelo.
Ο σαλιγκάρι αφήνει ένα σπειροειδές ίχνος στο έδαφος.
01

σπείρα, έλικα

una curva que gira alrededor de un punto central alejándose cada vez más de él
la espiral definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
espirales
Παραδείγματα
La espiral del cuaderno me ayuda a organizar las notas.
Η σπείρα του σημειωματάριού μου βοηθά στην οργάνωση των σημειώσεων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store