Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
especular
01
κερδοσκοπώ
realizar operaciones financieras con la intención de obtener ganancias aprovechando cambios de precio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
especulo
γ΄ ενικό πρόσωπο
especula
ενεστώτα μετοχή
especulando
απλός αόριστος
especuló
παθητική μετοχή
especulado
Παραδείγματα
Muchos inversores especulan con criptomonedas.
Πολλοί επενδυτές κερδοσκοπούν σε κρυπτονομίσματα.



























