especiar
es
es
es
pec
ˈpeθ
peth
iar
jaɾ
yar
especularespaciar

Ορισμός και σημασία του "especiar"στα ισπανικά

especiar
01

μπαζώνω, προσθέτω μπαχαρικά

añadir especias a la comida para darle sabor 
especiar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
especio
γ΄ ενικό πρόσωπο
especia
ενεστώτα μετοχή
especiando
απλός αόριστος
especió
παθητική μετοχή
especiado
Παραδείγματα
Me gusta especiar el pollo con curry y comino. 

Μου αρέσει να αρωματίζω το κοτόπουλο με κάρυ και κύμινο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store