espacioso

Ορισμός και σημασία του "espacioso"στα ισπανικά

01

ευρύχωρος, ανοιχτός

que tiene mucho espacio, amplio
espacioso definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más espacioso
συγκριτικός βαθμός
más espacioso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
espacioso
αρσενικό πληθυντικό
espaciosos
θηλυκό ενικό
espaciosa
θηλυκό πληθυντικό
espaciosas
Παραδείγματα
El nuevo centro comercial tiene pasillos muy espaciosos.
Το νέο εμπορικό κέντρο έχει πολύ ευρύχωρα διαδρόμους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store