espacioso
es
es
es
pac
ˈpaθ
path
io
jo
yo
so
so
so
especiosoespantoso

Ορισμός και σημασία του "espacioso"στα ισπανικά

01

ευρύχωρος, ανοιχτός

que tiene mucho espacio, amplio 
espacioso definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más espacioso
συγκριτικός βαθμός
más espacioso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
espacioso
αρσενικό πληθυντικό
espaciosos
θηλυκό ενικό
espaciosa
θηλυκό πληθυντικό
espaciosas
Παραδείγματα
El salón de la casa nueva es muy espacioso. 

Το σαλόνι του νέου σπιτιού είναι πολύ ευρύχωρο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store