Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
espacioso
01
ευρύχωρος, ανοιχτός
que tiene mucho espacio, amplio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más espacioso
συγκριτικός βαθμός
más espacioso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
espacioso
αρσενικό πληθυντικό
espaciosos
θηλυκό ενικό
espaciosa
θηλυκό πληθυντικό
espaciosas
Παραδείγματα
El salón de la casa nueva es muy espacioso.
Το σαλόνι του νέου σπιτιού είναι πολύ ευρύχωρο.



























