Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
esotérico
01
εσωτερικός, μυστικός
que es difícil de entender o está destinado a un grupo limitado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más esotérico
συγκριτικός βαθμός
más esotérico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
esotérico
αρσενικό πληθυντικό
esotéricos
θηλυκό ενικό
esotérica
θηλυκό πληθυντικό
esotéricas
Παραδείγματα
Es un conocimiento esotérico reservado a expertos.
Είναι εσωτερική γνώση που προορίζεται για ειδικούς.



























