Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El escuadrón
01
σμήνος, μοίρα
una unidad militar, policial o de otra organización, organizada para una tarea específica
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
escuadrones
Παραδείγματα
El escuadrón antiterrorista está en alerta.
Η μοίρα κατά της τρομοκρατίας είναι σε εγρήγορση.



























