escalón
es
es
es
calón
ˈkalon
kalon
escamón

Ορισμός και σημασία του "escalón"στα ισπανικά

01

σκαλοπάτι

cada una de las superficies planas en una escalera donde se apoya el pie al subir o bajar 
escalón definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
escalones
Παραδείγματα
El escalón de la entrada está roto y hay que repararlo. 

Το σκαλί της εισόδου είναι σπασμένο και πρέπει να επισκευαστεί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store