Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
esbozar
01
σκιαγραφώ, σχεδιάζω
trazar las líneas principales de un dibujo o idea
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
esbozo
γ΄ ενικό πρόσωπο
esboza
ενεστώτα μετοχή
esbozando
απλός αόριστος
esbozó
παθητική μετοχή
esbozado
Παραδείγματα
Esbocé el paisaje en mi cuaderno.
Σκιαγράφησα το τοπίο στο σημειωματάριό μου.



























