Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erradicar
01
εξαλείφω
eliminar o hacer desaparecer completamente algo, especialmente una enfermedad o problema
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
erradico
γ΄ ενικό πρόσωπο
erradica
ενεστώτα μετοχή
erradicando
απλός αόριστος
erradicó
παθητική μετοχή
erradicado
Παραδείγματα
El país logró erradicar una enfermedad contagiosa.
Η χώρα κατάφερε να εξαλείψει μια μεταδοτική ασθένεια.



























