Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El epígrafe
01
τίτλος, κεφαλίδα
título o encabezado que describe un texto o sección
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
epígrafes
Παραδείγματα
El epígrafe del capítulo indica el tema principal.
Η επιγραφή του κεφαλαίου υποδεικνύει το κύριο θέμα.
02
επίγραμμα, επιγραφή
inscripción grabada en piedra, metal u otra superficie
Παραδείγματα
El epígrafe en la piedra es de origen romano.
Η επιγραφή στην πέτρα έχει ρωμαϊκή προέλευση.



























